Λα Σαπέλ-ο-Σεν, άνθρωπος της-


Λα Σαπέλ-ο-Σεν, άνθρωπος της-
(γαλλ. L’ homme de La Chapelle aux-Saints). Συμβατική ονομασία που δόθηκε σε ανθρώπινο σκελετό της παλαιολιθικής εποχής, ο οποίος ανακαλύφθηκε το 1908 σε μια μικρή σπηλιά, κοντά στο γαλλικό χωριό Λα Σαπέλ του νομού Κορέζ. Το συγκεκριμένο εύρημα, το οποίο θεωρείται πως έχει κοινά σημεία με τον άνθρωπο του Νεάντερταλ, είναι πολύ σημαντικό, αφού τόσο το κρανίο όσο και ο σκελετός διασώζονται πλήρη και σε καλή κατάσταση. Αξιοποιώντας αυτά τα δεδομένα, ο Γάλλος ανθρωπολόγος Μαρσελέν Μπουλ κατόρθωσε να προχωρήσει σε μια πλήρη αποκατάσταση της σκελετικής δομής του ανθρώπου της μέσης παλαιολιθικής εποχής. Αυτή η αποκατάσταση εμφανίζει έναν σωματώδη και ρωμαλέο άνθρωπο, χωρίς απολύτως όρθια στάση, με το μέτωπο γυρτό προς τα πίσω, προεξέχοντα, έντονα και ισχυρά υπερόφρυα τόξα, πρόσωπο χαμηλό και πλατύ, ογκώδη γνάθο και αμυδρά τονισμένο πηγούνι. Εκτός από τον ά. της Λ.Σ., στην περιοχή εντοπίστηκαν ακόμη πολυάριθμοι πελεκημένοι πυρίτες με μορφή αιχμής ή ξέστρου του κλασικού μουστερίου τύπου, καθώς και λείψανα οστών τριχωτού ρινόκερου, ταράνδου, ύαινας των σπηλαίων, αρκτόμυος και αιγάγρου, ζώων δηλαδή που αποτελούσαν τα θηράματα των ανθρώπων του τύπου του Νεάντερταλ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • φλαμανδική τέχνη — Τέχνη που άνθησε στις περιοχές που αποτελούν το σημερινό Βέλγιο. Κάποτε το όνομα αυτό αποδιδόταν γενικά στην τέχνη των παλαιών Κάτω Χωρών, δηλαδή του Βελγίου και της Ολλανδίας μαζί, μέχρι τον πολιτικό χωρισμό τους από τον Φίλιππο B’ της Ισπανίας …   Dictionary of Greek

  • παλαιάνθρωποι — Ανθρωποειδή του μέσου πλειστόκαινου, το οποίο αντιστοιχεί στη μεσοπαγετώδη περίοδο Riss Wurrn και στις προχωρημένες φάσεις της τελευταίας εξάπλωσης των παγετώνων. Ο τυπικότερος αντιπρόσωπος των προϊστορικών αυτών ανθρώπων είναι ο άνθρωπος του… …   Dictionary of Greek

  • Γότθοι — Αρχαίος γερμανικός λαός που προερχόταν από τη νότια Σκανδιναβία και συγκεκριμένα από την περιοχή που ονομάζεται Γκότλαντ (χώρα των Γότθων). Στις αρχές των χριστιανικών χρόνων ήταν εγκατεστημένοι στις νότιες ακτές της Βαλτικής, που θεωρείται πως… …   Dictionary of Greek

  • Βέλγιο — Κράτος της βόρειας Ευρώπης, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.Συνορεύει Β και ΒΑ με την Ολλανδία, Α με τη Γερμανία, ΝΑ με το Λουξεμβούργο, Ν με τη Γαλλία, ενώ ΒΔ βρέχεται από τη Βόρεια θάλασσα.Το κράτος του Β. (που τα σημερινά σύνορά του σε γενικές… …   Dictionary of Greek

  • Λουδοβίκος — I (γαλλ. Luis, γερμ. Ludwig). Όνομα τεσσάρων αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του Γερμανικού έθνους. 1. Λ. Α’, ο Ευσεβής ή Αγαθός (γερμ. Ludwig der Fromme, γαλλ. Louis le Pieux ή Louis le Debonnaire, Σασενέιγ, Ακουιτανία 778 –… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.